^Back To Top
  
  
  
Get Adobe Flash player

 
 
 
 
 
 

Είσοδος - Εγγραφή

Επισκέψεις

105778
Σήμερα
Χθές
Αυτό το μήνα
Συνολικές
61
134
2057
105778

Share
Νευροϊνωμάτωση τύπου 1
 
H νευροϊνωμάτωση τύπου 1 είναι μια αυτοσωματική κυρίαρχη διαταραχή με συχνότητα περίπου 1 στις 3.500 γεννήσεις, ενώ οι Evans και συν. αναφέρουν συχνότητα τουλάχιστον 1 στις  2.699 γεννήσεις και ένα ποσοστό επιπολασμού 1 στις 4.560. Αποτελεί την πιο συνήθη μονογονιδιακή διαταραχή που επηρεάζει το ανθρώπινο κεντρικό νευρικό σύστημα και επιφέρει νευρολογικές, μυοσκελετικές, οφθαλμολογικές και δερματικές διαταραχές, καθώς και προδιάθεση για νεοπλασίες. Οι μισές περίπου νέες περιπτώσεις αφορούν σε αυτόματες μεταλλάξεις του γονιδίου της νευροϊνωμίνης. Το γονίδιο της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1 είναι κλωνοποιημένο και εντοπίζεται στο χρωμόσωμα 17 (17q 11 .2). 
 
Εστίες με αυξημένο Τ2 σήμα σε μαγνητικές τομογραφίες του εγκεφάλου αναφέρονται στο 50% - 74% των παιδιών με νευροϊνωμάτωση τύπου 1 και εντοπίζονται συχνότερα στα βασικά γάγγλια, την παρεγκεφαλίδα, και το στέλεχος του εγκεφάλου. Η φύση αυτών των εστιών στον εγκέφαλο δεν είναι γνωστή. Ο Legius και οι συνεργάτες του αναφέρουν ότι η παρουσία ή η συγκεκριμένη τοποθεσία των εστιών στις Τ2 ακολουθίες της μαγνητικής τομογραφίας δεν σχετίζεται σημαντικά με το δείκτη νοημοσύνης. Θεωρείται, ωστόσο, ότι οι συγκεκριμένες περιοχές αυξημένου σήματος αντανακλούν γλοιώματα ή κάποια άλλη εγκεφαλική δυσπλασία, αλλά η φύση, η προέλευση και η κλινική σημασία τους δεν είναι ακόμα εντελώς κατανοητές. Επομένως, τις αποκαλούν συνήθως με τον όρο άγνωστα φωτεινά αντικείμενα (UBOs – unidentified bright objects). 
 
Το γονίδιο της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1 θεωρείται ότι είναι ένα γονίδιο που καταστέλλει τους όγκους, καθώς παραλλαγές και στα δυο αλληλόμορφα της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1 εντοπίζονται σε κακοήθεις όγκους που σχετίζονται με τη νευροϊνωμάτωση τύπου 1 και σε καλοήθεις όγκους όπως τα νευρινώματα. Οι επιδράσεις της διαταραχής στην ανώτερη λειτουργία του φλοιού και η σχέση ανάμεσα στις μεταλλάξεις του γονιδίου της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1, τις γνωστικές ανεπάρκειες και την ενδοκρανιακή παθολογία είναι πολύ καλά εδραιωμένη.  
 
Η διάγνωση της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1 μπορεί να τεθεί εάν ένα άτομο πληρεί δυο ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:
 
α) έξι ή περισσότερες κηλίδες cafe au lait με διάμετρο τουλάχιστον 5 χιλιοστά (εάν το άτομο είναι στην προεφηβική ηλικία) ή με διάμετρο 15 χιλιοστά (εάν το άτομο είναι στη μετεφηβική ηλικία),
 
β) δύο ή περισσότερα νευρινώματα οποιουδήποτε τύπου ή ένα πλεγματοειδές νευρίνωμα,
 
γ) εφηλίδες μασχαλιαίας ή βουβωνικής χώρας,
 
δ) γλοίωμα οπτικού νεύρου,
 
ε) δύο ή περισσότερα οζίδια του Lisch,
 
στ) χαρακτηριστικό οστικό φαινότυπο (δυσπλασία του σφηνοειδούς και λέπτυνση του φλοιού των μακρών οστών με ή χωρίς ψευδάρθρωση)
 
και ζ) έναν συγγενή πρώτου βαθμού με νευροϊνωμάτωση (στις περισσότερες περιπτώσεις η μετάλλαξη προέρχεται από τον πατέρα). 
 
H πλέον συνήθης συνοδή διαταραχή για τα άτομα με νευροϊνωμάτωση τύπου 1 είναι η γνωστική βλάβη, με το 80% περίπου των παιδιών με νευροϊνωμάτωση τύπου 1 να βιώνουν ήπιες έως σοβαρές βλάβες σε μία ή περισσότερες γνωστικές λειτουργίες. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε κλινικά δείγματα και σε σχετικά μικρούς πληθυσμούς και αυτό περιορίζει την ικανότητα γενίκευσης τους στον ευρύτερο πληθυσμό των ατόμων με νευροϊνωμάτωση τύπου 1. Είναι επίσης πιθανό οι καταγεγραμμένες γνωστικές ελλείψεις να συνδέονται με μαθησιακές δυσκολίες ή με άλλες πτυχές των αναπτυξιακών διαταραχών. 
 
Η συσχέτιση μπορεί να μετριαστεί από το γονίδιο της νευροϊνωμάτωσης τύπου 1 (πιο συγκεκριμένα, το νέο αλληλόμορφο GXAlu), που θεωρείται πιθανό να ευθύνεται για την διαταραχή του φάσματος του αυτισμού, αν και οι σχετικές αναφορές είναι αντιφατικές. Δεδομένου ότι οι ασθενείς με διαταραχή του φάσματος του αυτισμού έχουν 100 έως 190 φορές μεγαλύτερη επικινδυνότητα για νευροϊνωμάτωση τύπου 1 σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, είναι προφανές ότι οι δύο αυτές διαταραχές σχετίζονται και ίσως και να μοιράζονται ένα κοινό, άγνωστο ακόμα αιτιολογικό υπόβαθρο.